H συζήτηση για τη διαγραφή των λεγόμενων «αιώνιων» φοιτητών δεν είναι πλέον θεωρητική. Από τις 31 Δεκεμβρίου 2025, περισσότερες από 200.000 διαγραφές θα εφαρμοστούν στα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες διοικητικές παρεμβάσεις στην ιστορία της ανώτατης εκπαίδευσης. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο αν οι διαγραφές είναι νόμιμες ή αναγκαίες, αλλά πώς φτάσαμε ως εδώ. Πώς και γιατί τόσοι φοιτητές παρέμειναν “αόρατοι” για χρόνια μέσα στο ίδιο το πανεπιστήμιο;
Η απάντηση δεν αφορά μόνο τους φοιτητές. Αφορά πρωτίστως το σύστημα.
Για δεκαετίες, το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο λειτούργησε με τη σιωπηρή παραδοχή ότι ο φοιτητής, από τη στιγμή που εγγράφεται, είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για την πορεία του. Η μη δήλωση μαθημάτων, οι επαναλαμβανόμενες αποτυχίες, η πλήρης αποχή από εξετάσεις ή ακόμη και η πολυετής απουσία δεν ενεργοποιούσαν κανέναν θεσμικό μηχανισμό. Δεν υπήρχε ειδοποίηση, δεν υπήρχε παρέμβαση, δεν υπήρχε υποστήριξη. Υπήρχε απλώς σιωπή.
Έτσι δημιουργήθηκε το φαινόμενο των «αιώνιων» φοιτητών. Όχι κατ’ ανάγκη από αδιαφορία ή επιλογή, αλλά συχνά λόγω κοινωνικών, οικονομικών, επαγγελματικών ή προσωπικών δυσκολιών. Το πανεπιστήμιο, όμως, δεν είχε σχεδιαστεί για να παρακολουθεί συστηματικά την πορεία τους και να παρεμβαίνει έγκαιρα όταν άρχιζαν να “χάνονται”.
Ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς: οι ανενεργοί φοιτητές δεν επιβαρύνουν την καθημερινή εκπαιδευτική διαδικασία. Δεν γεμίζουν αμφιθέατρα, δεν αυξάνουν το διδακτικό φορτίο, δεν μειώνουν την ποιότητα της διδασκαλίας. Επιβαρύνουν όμως κάτι βαθύτερο: τη θεσμική αξιοπιστία και την παιδαγωγική φιλοσοφία του πανεπιστημίου.
Η σύγκριση με τα πανεπιστήμια του εξωτερικού είναι αποκαλυπτική. Στα περισσότερα ευρωπαϊκά και αγγλοσαξονικά συστήματα, η ακαδημαϊκή πορεία του φοιτητή παρακολουθείται συστηματικά. Κάθε φοιτητής έχει ακαδημαϊκό σύμβουλο ή tutor. Καταγράφονται οι αποτυχίες, οι καθυστερήσεις, η μη συγκέντρωση πιστωτικών μονάδων (ECTS), ακόμη και η απουσία από εξετάσεις. Όταν προκύπτει πρόβλημα, η αντίδραση δεν είναι η αδιαφορία αλλά η επικοινωνία.
Σε πολλά ιδρύματα λειτουργούν «early warning systems»: μετά από ένα ή δύο αποτυχημένα εξάμηνα ή από σημαντική υστέρηση στην απόκτηση πιστωτικών μονάδων, ο φοιτητής καλείται σε συνάντηση, εντάσσεται σε καθεστώς ακαδημαϊκής επιτήρησης (academic probation) και λαμβάνει υποστήριξη ή σαφές πλαίσιο επανένταξης. Η διαγραφή, όπου προβλέπεται, δεν είναι αιφνίδια ούτε τιμωρητική. Είναι το τελικό στάδιο μιας μακράς διαδικασίας καθοδήγησης, στήριξης και επαναξιολόγησης.
Η σύγκριση αυτή αναδεικνύει και μια δεύτερη, συχνά παραγνωρισμένη, διάσταση: την ευθύνη της Πολιτείας. Ο ρόλος του Υπουργείου δεν είναι να παρεμβαίνει στη λειτουργία των πανεπιστημίων — το ακαδημαϊκό αυτοδιοίκητο είναι αδιαπραγμάτευτο. Είναι όμως ευθύνη της Πολιτείας να θεσπίζει ένα σαφές, σύγχρονο και παιδαγωγικά συνεπές πλαίσιο κανόνων: να προβλέπει μηχανισμούς παρακολούθησης, υποστήριξης και έγκαιρης παρέμβασης, και όχι να εμφανίζεται μόνο στο τέλος της διαδρομής για να επιβάλει κυρώσεις.
Διαφορετικά, η διαγραφή φοιτητών που επί χρόνια παρέμεναν αόρατοι δεν μοιάζει με μεταρρύθμιση, αλλά με καθυστερημένη διαχείριση μιας συστημικής αδράνειας.
Αν θέλουμε πραγματικά ένα σύγχρονο, αξιόπιστο και ανθρώπινο δημόσιο πανεπιστήμιο, η συζήτηση για τους «αιώνιους» φοιτητές πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία μιας βαθύτερης αλλαγής: από την αδιαφορία στην παρακολούθηση, από τη σιωπή στη στήριξη, από την τιμωρία στην ευθύνη — τόσο του πανεπιστημίου όσο και της Πολιτείας.
Ως πανεπιστημιακός, δεν φοβάμαι τη συζήτηση για όρια στη φοίτηση.
Φοβάμαι ότι στις 31 Δεκεμβρίου 2025 θα διαγραφούν πάνω από 200.000 φοιτητές που το σύστημα άφησε για χρόνια αόρατους — και θα παρουσιαστεί αυτό ως επιτυχία, αντί ως καθυστερημένη παραδοχή μιας συλλογικής αποτυχίας.
